top of page

ΝΕΑ | ΑΡΘΡΑ | ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Οικογενειακό Δίκαιο και Διαμεσολάβηση

Ο νέος νόμος 4800/2021 «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, έφερε αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, το οποίο είχε να τροποποιηθεί από το 1983.






Σκοπός του νέου νομοθετικού πλαισίου είναι η εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού ενώ εισάγεται ο θεσμός της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο των γονέων. Πολλοί την νομοθετική αυτή αλλαγή την ονομάζουν και «συνεπιμέλεια».


Με λίγα λόγια, παρά τη διάσταση ή το διαζύγιο των γονέων, δεν επέρχεται αλλαγή στην άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων παιδιών, η οποία εξακολουθεί να ασκείται από κοινού από τους γονείς.


Σύμφωνα με το νέο νομοθέτημα, η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονέων δεν μεταφράζεται ως μοίρασμα των ανήλικων παιδιών μεταξύ των γονέων, αλλά ως μία νέα πραγματικότητα, στην οποία και οι δύο γονείς θα συμβάλλουν και θα συνεργαστούν για να διασφαλιστεί ένα τείχος προστασίας για την ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων.


Η γνωστοποίηση των πρόσφατων αλλαγών στο οικογενειακό δίκαιο έχει ήδη εγείρει σειρά αντιπαραθέσεων μεταξύ των γονέων. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η σταθερότητα στο περιβάλλον και στη καθημερινότητα των παιδιών είναι πολύ σημαντική για την μελλοντική ψυχική υγεία και την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας, διατυπώνεται η άποψη από πολλούς πως οι δύο διαφορετικές πραγματικότητες, στις οποίες, θα κληθούν να προσαρμοστούν τα παιδιά, θα δημιουργήσει μεταξύ άλλων, ψυχολογική πίεση και αναστάτωση στην καθημερινότητα τους λόγω εναλλαγής περιβάλλοντος.


Και ναι μεν στα λειτουργικά και πολιτισμένα διαζύγια, οι γονείς είναι σε θέση να βρίσκουν τις κατάλληλες λύσεις, υπάρχουν όμως και τα συγκρουσιακά διαζύγια που επηρεάζουν την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση των παιδιών με τις μακρόχρονες και επίπονες αντιδικίες.


Με βάση όσα διαβάζουμε, το νέο νομοθέτημα φιλοδοξεί να καθιερώσει τις προϋποθέσεις εκείνες που θα αναδείξουν τον κοινό ρόλο των γονέων, έναν ρόλο συνεργατικό για το συμφέρον των παιδιών και όχι έναν ρόλο που ο ένας γονέας θα αποκλείεται από τη ζωή του παιδιού του, εξαιτίας του διαζυγίου ή της διακοπής της συμβίωσης.

Η τροποποίηση του άρθρου 1512 ΑΚ, ορίζει ότι «κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας, οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο».


Το γράμμα του νόμου υποδεικνύει ξεκάθαρα την υποχρέωση συναινετικής προσπάθειας προς εξεύρεση λύσεων που θα είναι προς το συμφέρον των παιδιών. Προσπάθεια που σε κάθε λύση ή διακοπή συμβίωσης των συζύγων με ανήλικα τέκνα, χρειάζεται απαραιτήτως να προηγηθεί, όχι απλώς επειδή υπαγορεύεται από το γράμμα του νόμου, αλλά επειδή η προσφυγή στο δικαστήριο, με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες που αυτή συνεπάγεται, θα πρέπει να αποτελεί την έσχατη επιλογή των μερών και όχι τη συνήθη πρακτική.


Με βάση τις πρόσφατες αλλαγές, προβλέπεται από το νόμο η δυνατότητα προσφυγής του κάθε γονέα στη διαμεσολάβηση, τόσο όταν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνιών, όσο και εάν, είτε ο ένας γονέας δεν τηρεί την υπάρχουσα συμφωνία για το τρόπο άσκησης της, είτε εάν αυτή ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του παιδιού.


Χρήσιμο είναι να αναφερθεί ότι οι οικογενειακές διαφορές είναι εκείνες στις οποίες ο θεσμός της διαμεσολάβησης έχει λειτουργήσει περισσότερο από τα άλλα είδη διαφορών που αναφέρονται στο σχετικό νόμο για τη διαμεσολάβηση (4640/2019), όπως άλλωστε δείχνουν και τα στατιστικά του Υπουργείου Δικαιοσύνης.


Δεν είναι λίγες οι φορές όπου, για την προστασία των παιδιών, η ρύθμιση όλων των θεμάτων που ακολουθούν τη λύση του γάμου διευθετήθηκε εκτός δικαστικών αιθουσών με την αρωγή εξειδικευμένων σε οικογενειακές διαφορές διαμεσολαβητών.


Θέματα όπως η διατροφή και επικοινωνία μπορούν να επιλυθούν με διαμεσολάβηση, διαδικασία που άλλωστε το νέο νομοθέτημα για το οικογενειακό δίκαιο αναδεικνύει και ενθαρρύνει τους γονείς να προσφύγουν σε αυτή, εξαιρουμένων βεβαίως των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας. Στη περίπτωση αυτή, ορθώς υπάρχει εξαίρεση από την υποχρέωση προσφυγής σε διαμεσολάβηση.


Είναι βέβαιο ότι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο υπαγορεύουν στην ελληνική κοινωνία πρωτίστως τη συμφωνημένη ρύθμιση μεταξύ των συζύγων, έναντι μίας επίπονης, για όλα τα μέρη, δικαστικής διαδικασίας, συχνά ολέθριας και με αρνητικές επιπτώσεις για την ψυχική υγεία των παιδιών.


Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι δικαστής, ούτε διαιτητής και είναι χρήσιμο αυτό να διευκρινιστεί. Δεν εκδίδει απόφαση και δεν επιβάλλει κανενός είδους λύση. Η λύση πηγάζει από τα ίδια τα μέρη, τα οποία με την αρωγή των Δικηγόρων τους, αφού αποφορτιστούν από την συσσωρευμένη ένταση των συναισθημάτων τους, ανακουφίζονται και τότε πλέον μπορούν να σκεφτούν με ψυχραιμία και λογική.


Ο διαμεσολαβητής αναδεικνύει τις ανάγκες και των δύο πλευρών, λειτουργώντας ουδέτερα και αμερόληπτα, σε σύντομο χρονικό διάστημα, με εχεμύθεια και μικρό κόστος.


Η ελληνική κοινωνία δεν είναι εξοικειωμένη με τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών, όπως είναι π.χ. η διαμεσολάβηση και η διαιτησία. Η επιδίωξη του νομοθέτη όμως είναι οι γονείς να εξαντλήσουν την προσπάθεια για εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Η διαμεσολάβηση στις οικογενειακές διαφορές έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα αποτελεσματική διαδικασία.


Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, τα παιδιά δεν πλήττονται μόνο από το διαζύγιο καθαυτό, αλλά κυρίως από τον τρόπο επικοινωνίας και τις σχέσεις που διατηρούν οι γονείς μετά το διαζύγιο.




745 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

Comments


bottom of page